Για σένα χόρευαν τα πουλιά, πατέρα...

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Παγωμένη νύχτα

Απόψε ήταν μια παγωμένη νύχτα και συνεχίζει να είναι, απ' όλες τις πλευρές...
Σαν απόψε, σαν αύριο, σαν χθες, σαν τώρα.

Τώρα ήρθα στον υπολογιστή, μόνο για να σου γράψω.
Απ' το μεσημέρι δεν έχουμε θέρμανση και καθόμουνα στο τζάκυ...
Αύριο μπορεί να έρθει ο μάστορας και το σπίτι είναι παγωμένο.
Οι καρδιές μας να δεις!
Και οι χτύποι βουβάθηκαν.
Καλύτερα...

Μετά, που έμεινα μόνη μου εκεί και ο γιος σου πήγε για ύπνο, σκεφτόμουνα:
"Να βάλω δυο ξύλα ή να τ' αφήσω να σβήσει και να πάω νωρίς για ύπνο, να πάψω να σκέφτομαι;..."

Τότε θυμήθηκα που κάποτε είχα κάψει το βιβλίο της μάννας και μετά από χρόνια χρησιμοποίησα τη σκηνή για να το μετατρέψω σε μυθιστόρημα.
Μετά σκέφτηκα μήπως θα ήταν καλύτερα να κάψω και το δικό σου...
Σκέφτηκα όμως πως θα είναι δώρον άδωρον, αφού ήδη ανέβασα αποσπάσματα στον αέρα, αφού είναι ήδη σε χέρια φίλων και γνωστών, υπό μορφήν φωτοτυπίας, πέρα απ' τον υπολογιστή, τα τσιπάκια, τους σκληρούς δίσκους και τους μαλακούς...

Έτσι, θα σε ζέσταινα απόψε...
Όχι, παππού μου. Τότε ήμουνα απογοητευμένη, γιατί νόμιζα πως δεν άξιζαν τα γραπτά μου.
Τώρα ξέρω άλλα...

Όχι, δεν είμαι απογοητευμένη.
Ίσα ίσα νιώθω και υπερήφανη.
Απλά, θα σου κράταγα μια διαφορετική συντροφιά, απ' το να σου κρατάω το χέρι σου, όπως τότε...

Δεν ήρθα όμως για να μείνω.
Έχουν ξυλιάσει τα γυμνά πόδια μου.
Μια ζωή ξυπόλητη, σαν τους γύφτους, χειμώνα καλοκαίρι!
Ήρθα για να σου γράψω ότι σε σκέφτομαι, ότι σ' αγάπησα πολύ, και όλα όσα εσύ ξέρεις.

Όχι, δεν θα κάψω το βιβλίο σου!
Θα γεμίσω ξύλα το τζάκυ (ναι με υ, μια ζωή επαναστάτρια) και θα κάτσω εκεί δίπλα, να διαβάσω τι έγραφα τότε στο βιβλίο της μάννας, γιατί το έχω ξεχάσει.

Να θυμηθώ άλλες βραδιές που κι εκείνες πονούσαν, σαν την αλήθεια.
Καληνύχτα, μπαμπά!
Αύριο, μετά τον μάστορα του καυστήρα, θα πάω εκεί.
Αιωνία σου η μνήμη και προστάτεψε σε παρακαλώ την καρδιά μου.
Να' ναι βουβή κι αθόρυβη, όπως απόψε.

Στο Πήλιο χιόνισε.
Γι' αυτό και τόση παγωνιά.