Για σένα χόρευαν τα πουλιά, πατέρα...

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Να την δικάσετε

Γύρισα.
Τώρα "από που;" μη με ρωτάς.
Χθες και σήμερα ταξίδεψα πολύ.
Ζαλίστηκα.

Πριν, είχα κέφι να σου γράψω.
Ασχολήθηκα όμως με τις φωτογραφίες και είδα πως είχα ξεχάσει να σου γράψω ότι κι εκεί βρήκα τον "Φίλο μου", τον Άγιο Εφραίμ, όπως και τα μπορντό κυκλάμινα.
Τα φωτογράφησα.
Φεύγοντας μου φώναζε η παπαδιά:
"Έχω κι άλλα στο μπαλκόνι!" και μου τα έδειχνε από ψηλά.
Πώς δεν τα είδα, όταν φωτογράφιζα;
Ούτε που είδα, αν είχε λουλούδια.
Κοίταζα κατά κει...
Τώρα, τι να δω, από τόσο μακριά;
Μου αρκούσαν αυτά που είδα κάτω.
Ας ήταν και μόνο η ρίζα, χωρίς λουλούδια.

Να μην τα πολυλογώ.
Μόνο να γράψω άλλο ένα σημάδι, που είδα φεύγοντας.
Το Χριστουγεννιάτικο δεντράκι άναψε, κι ας ήταν ο Αι - Βασίλης πεσμένος απ' τον αέρα.
Δεν είδα εκεί γύρω παιδιά.
Αν τον έβλεπαν, σίγουρα θα τον σήκωναν.
Κι εγώ, ούτε που σκέφτηκα εκείνη την ώρα να πάω να τον σηκώσω.
Κόλλησα...
Θυμήθηκα το πέρσι...
Θυμήθηκα το φέτος...
Και μετά φύγαμε.

Πάμε στην βόλτα μας.
Εκεί περάσαμε όμορφα.
Μόλις βγήκαμε απ' το μαγαζί είδαμε ότι όλα ήταν μούσκεμα κι ότι πάλι ψιχάλιζε!
Πόσο συγκινήθηκες απόψε;
Πόσο;

Ο γιος σου έβαλε σι ντι.
Πρώτο τραγούδι: "Και λέγε, λέγε, ο Χριστιανός τρελάθηκα..."
Δεν του άρεσε.
Το άλλαξε αμέσως.
Είχε ανάγκη από κάτι πιο βαρύ:
"Του κόσμου τον περίγελο..." το δεύτερο.
Το άφησε.

Ξεχάστηκα, κοιτάζοντας εκεί στο τζάμι τις σταγόνες που ενώνονταν και γίνονταν μία και μετά κυλούσε αργά αργά στο τζάμι, σαν να ' ταν δάκρυ.
Ένα δάκρυ, δύο, δέκα δάκρυα.
"Ελάτε να την πιάσετε..." άκουσα δυο δυνατές φωνές να τραγουδάνε.
Ο ένας ήταν ο Στράτος Διονυσίου.
Ο άλλος ήταν ο γιος σου.
Δε μίλησα.
Τον άφησα να εκτονωθεί, κι ας κόντευε να μου σπάσει το τύμπανο.

Ξανά οι σταγόνες της βροχής.
Ξανά το ίδιο τραγούδι.
Ξανά και ξανά.
Μέχρι που φτάσαμε σπίτι, πάταγε συνέχεια αυτό το τραγούδι.
Ξανά οι μικρές σταγόνες ενώνονταν και γίνονταν μία μεγάλη.
Ατελείωτες οι σταγόνες.
Ατελείωτος και ο Στράτος.
Και ο γιος σου.
Μάλλιασε η γλώσσα του και κανένας δεν έτρεξε να τον βοηθήσει να την πιάσει!
Να την δικάσει!
Να την καταδικάσει!
Να ησυχάσουμε!

"Να την καταδικάσετε..." αναρρωτήθηκα κάποια στιγμή. Ποια; Εμένα; Πλάι του ήμουνα. Ας μ' έπιανε... Ας με καταδίκαζε!
Πάλι δεν μίλησα.
Δεν ήταν ώρα για απορίες.

... Ύστερα, το τραγουδούσε δυνατά και μ' αγκάλιαζε.
Κι εγώ.
Βουβά, χωρίς λόγια.
Αφού μιλούσε ο Στράτος.
Ίσως και η καρδιά του.
Η ψυχή του το ξέρει, αν ζήλεψε και πόσο αυτή την αγάπη.

Γι' αυτό παπού μου, ως τις 15, άσχετα με το τι θα κάνω με το βιβλίο, θέλω να κλείσει αυτό το κεφάλαιο, στο έτσι...
Στα μαλακά.
Ένα χρόνο μετά, πιάσαν κάκαδο οι πληγές και δεν επιτρέπεται το ξύσιμο.
Μέχρι σήμερα ήταν για κείνον.
Μέχρι την Πέμπτη είναι για μένα.
Θέλω να πάρεις την θέση σου.
Ήσουνα ο πατέρας του άντρα μου.
Σ' αγάπησα...
Μπορεί να με μπέρδεψες, μα τον γιο σου ερωτεύτηκα.
Εσύ ήσουνα το παραμύθι...
Πρέπει να πάρει "ΤΕΛΟΣ", γιατί το παιδί κοιμήθηκε και θα το ξυπνήσουμε...
Δεν κάνει.
Έχει κι άλλα παραμύθια η ζωή, τόσο αληθινά, σαν το δικό σου.
Θα το ξεγελάσουμε το παιδί, κι ας ζητάει το ίδιο και το ίδιο, σαν τον γιο σου...

Όταν φτάσαμε στην γειτονιά μας, δεν έβρεχε!
Όλα είχαν στεγνώσει!
Ή, εδώ δεν είχε βρέξει.

Πρώτα έκλεισε η πόρτα του αυτοκινήτου και μετά σταμάτησε ο Στράτος να την κυνηγάει...
Ο γιος σου συνέχισε, μέχρι και μέσα στο σπίτι.
Με είχε κολλήσει και το τραγουδούσα κι εγώ μαζί του.

"Ελάτε να την πιάσετε, να την καταδικάσετε, να μην γλυτώσει!"
Δεν γλύτωσα.
Μ' έπιασε.
Τριάντα χρόνια τώρα.

Η γειτονιά μας, ναι, ήτανε στεγνή.
Στο αυτοκίνητό μας όμως, ακόμα εκείνες οι σταγόνες βροχής ενώνονται και γίνονται μία.