"ΣΥΓΓΝΩΜΗ, άντρα μου που κι εγώ αγάπησα τον πατέρα σου"
(ΑΝΕΚΔΟΤΟ)

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Να 'ταν αλλιώς...




Κάπως έτσι σε θυμάμαι να τραγουδάς, όχι όμως τα κόκκινα μήλα, αλλά...



Σε θυμάμαι, έτσι κι αλλιώς...

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Των σχολίων...

Ο/Η Αστοριανή είπε...

Κυκλάμινό μου,
ευχαριστώ.
Αντεύχομαι! κι εσύ με το Δημητρό σου!
Ήρθα αργά στο σπίτι,
εμείς θα τα πούμε...

Το βιβλίο "του Πατέρα,"
τρίζει κόκαλα!
περνάω το χειρόγραφο... και δεν παύεις να με εκπλήσσεις!
Αυτά, για τώρα...
Τ' άλλα, σύντομα.
Φιλάκια
Υιώτα-Δημήτρης

Δευτέρα, Φεβρουάριος 14, 2011 6:00:00 μμ

Blogger Ο/Η Κατερίνα Δε.Στα.Πα; είπε...

ΩΧ! Γιώτα μου!Στα μέιλ, παιδάκι μου!Κρύβε λόγια μη με πάρουνε και στο ψιλό! Πέρασαν δυο χρόνια από τότε... Ήταν κάποιες πολύ δύσκολες μέρες της ζωής μου. Έχουν έρθει από τότε... κάτι εκατοντάδες δυσκολότερες.
Να είμαστε καλά, να γράφουμε, Γιώτα μου και να εκτονωνόμαστε! Εγώ ειδικά που δεν ανήκω στην λογοτεχνία!Εσύ, γράφε για το κοινό, όπως ξέρεις και μπορείς!
Φιλάκια πολλά! Με το καλό ο πελαργός!
Η σκέψη μου εκεί!

Τετάρτη, Φεβρουάριος 16, 2011 1:59:00 πμ

Blogger Ο/Η Αστοριανή είπε...

Κατερίνα μου,
Κύμα καύσωνα σήμερα κι αύριο, και μετά, μια από τα… ίδια!
Έμεινα στο σπίτι, έφτιαξα δυο ταψιά γεμιστά,(κίτρινες πιπεριές, ντομάτες, πράσινο κολοκύθι, πατάτες,) με κιμά κότας… πήγα στις δυο μας κόρες!!! και γύρισα να μαζέψουμε τους φράχτες που γκρέμισε το βαρύ χιόνι…
Αυτά, για να δεις ότι ποτέ δεν σταματάμε…
όμως, εμένα, δεν με πειράζει διότι,
περιπτώσεις σαν κι αυτές, μ’ αφήνουν το νου ελεύθερο να… σκέπτεται!!!
Το πόσο εκτιμώ,
και πάντα θα το λέω, για το χρόνο που προσφέρεις στη φιλία και την επικοινωνία μας, το ξέρεις, ήδη!


Ποιος ο λόγος που το γράφω πάλι;

Διότι δεν θέλω να νομίσεις ούτε εσύ μα ούτε κανένας από τους φίλους και τους γνωστούς μας ότι: σε ό,τι αφορά την συγγραφική σου εργασία , είναι αποτέλεσμα αυτής της δυνατής γνωριμίας μας. Άκουσέ με, λοιπόν, και μη διαμαρτύρεσαι. Λόγω χώρου, το μοιράζω στα δύο:

Μέρος 1ον
Έχω στα χέρια μου, τουλάχιστον πέντε, (συμπεριλαμβανομένων των χειρογράφων σου):
Στη Μάννα (με δύο Ν), που λιώνει τη ψυχή! Εκεί έγραψα αυθόρμητα, το ποίημα αφιερωμένο σ’ εκείνη, που τόσο σου άρεσε και μας έδεσε!

Τα ενδιάμεσα: πρωτότυπα, καλογραμμένα, με μηνύματα που δεν «πιέζουν» την παιδική ηλικία…

Ο λόγος είναι γι’ αυτό (το χειρόγραφο) που είναι αφιερωμένο στον «Πατέρα»! Τίτλο τελικό δεν έχω, ανήκει σε σένα. Σ’ αυτό αναφέρθηκα στο βιαστικό προηγούμενο σχόλιό μου.
(Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες πλοκής!)
Πράγματι, είναι ένα γραπτό που διαβάζοντάς το, πέρασα όλες τις διακυμάνσεις του ψυχικού σου κόσμου. Από τις σοβαρότερες στιγμές μέχρι τις αστείες… από τη «μυρωδιά» του αγαπημένου του σώματος… μέχρι τις παντόφλες του παππά… από τις νοσοκόμες, μέχρι τους σημαδιακούς τσακωμούς των πτερωτών …
την εξιστόρηση κρυφών στιγμών του καθρέπτη…
οι απίστευτα αυθόρμητες κι ευρηματικές συνομιλίες με την Πέτρα, την Αύρα, με τον αμίλητο πατέρα…
κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να σου μιλάει δυνατά!
Η οξυδέρκεια αφήνει τον αναγνώστη άφωνο! Η λεπτομέρεια δεν κουράζει! Η γραφή, προσεγμένη, ευλύγιστη.

Μέρος 2ον

Κατερίνα μου,
Αν αυτά, τα λίγα, -εντυπώσεις από το χειρόγραφο σου- δεν είναι αρκετά να σε κάνουν να χαρείς για τις απόψεις μου, τότε εκείνος ή εκείνη που σου λένε διαφορετικές «κριτικές» έχουν άλλο στόχο!
Μερικά ορθογραφικά-τυπογραφικά λάθη, μερικές στιγμές από την καταγραφή γεγονότων που μπορούν να αφαιρεθούν ώστε για να δώσεις μεγαλύτερη ώθηση στην πλοκή… ως κι άλλες μικρολεπτομέρειες, αυτά, μ’ ένα καλό διορθωτή ή επιμελητή= έντιτορ (όπως λέμε εδώ, και μη ξεχνάς ότι είμαι "δίγλωσση" κι ότι λείπω 4 δεκαετίες από τη πατρίδα…), δεν σημαίνουν αβεβαιότητα!!!

Το γράψιμο δεν είναι απλή εκτόνωση! Τα πτυχία είναι γι' άλλη εξυπηρέτηση: π.χ. να διδάξεις κάπου... κ.λ.π.
Η σπουδή, είναι μεγάλο «συν» δεν σημαίνει όμως και ξεχωριστή έμπνευση! Όταν έχεις πάρει τη μεγάλη βουτιά στον ωκεανό των «γραφιάδων» κι έχεις επιπλεύσει επιτυχώς, δεν θα πρέπει να υποτιμάς τη δύναμή σου! Άλλο σεμνότητα, άλλο αυτό-υποτίμηση!

Άσε αυτούς που «βγάζουν κάρτες» δηλώνοντας τη Γραφή ως επάγγελμα! Αν δεν ζουν από τα χρήματα των …πωλήσεων τους, μέχρι τότε το γράψιμο δεν δίνει «τίτλους»!

Αυτά τα λίγα, γι’ απόψε,
Να είσαι καλά, ήρεμη, υγιής, διότι η Κατερίνα είναι για ΟΛΟΥΣ, μα πρώτα για την Κατερίνα.
Πάντα με αγάπη,
Υιώτα
Ν.Υ.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 17, 2011 10:35:00 μμ

Blogger Ο/Η Κατερίνα Δε.Στα.Πα; είπε...

Γιώτα μου, τι να πω, τώρα; Εσύ κι αν μ' αφήνεις άφωνη!Κι αυτό, όχι τόσο για τα καλά λόγια που λες για μένα, όσο για το ότι τα γράφεις και στον αέρα!
Τι να γράψω, τώρα; Θα ζαλίσουμε τον κόσμο με άσχετο θέμα από την ανάρτησή σου.
Θα την κρατήσω σαν τα μάτια μου αυτή την κριτική, Γιώτα μου! Είναι παράξενο που ένα ανέκδοτο βιβλίο μου, έχει μαζέψει ήδη καλές κριτικές, ενώ ακόμα πλάθεται...
(Μάλλον δουλεύει ο χασάπης... Κόβει αράδα... όχι μόνο για να στοιχίσει η έκδοση φθηνότερα (εφόσον τα εκδίδω μόνη μου και τα χαρίζω στους φίλους ή γνωστούς), αλλά και γιατί δεν θέλω να πονέσω... αλλήλους. Έτσι συμβαίνει με τα αυτοβιογραφικά. Καταλήγουν ποίημα στο τέλος.
Φιλάκια, Γιώτα μου! Θα τα πούμε τηλεφωνικά, μόλις συμπέσουν οι στιγμές μας. Το "Ευχαριστώ" είναι πολύ λίγο, κυρίως για τον χρόνο που διέθεσες να το διαβάσεις! Ούτε που ξέρω πια εκτύπωση σου έστειλα!
Σίγουρα διάβασες πολλή περριτή ύλη!
Δεν ξημέρωνε αλλιώς, Γιώτα μου, με τίποτα!
Τα λέμε!...
Με το καλό ο πελαργός, υγεία και όλα τα άλλα θα τα βρούμε!

Παρασκευή, Φεβρουάριος 18, 2011 6:05:00 πμ

Blogger Ο/Η Αστοριανή είπε...

...relax, baby!....
έστι λέει η κόρη μου όταν παρα-κλωτσάει το μωρό μέσα της!!!

Με όλο το θάρρος και την αγάπη, αυτό επαναλαμβάνω!
"ρελάξ!"
πρώτα για σένα, μετά για τη Λένα, κι όλους τους άλλους!
Φιλάκια,
Υιώτα,
αστοριανή,
ΝΥ

Παρασκευή, Φεβρουάριος 18, 2011 3:50:00 μμ

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Γραμμένα κι άγραφα

Φέτος βιαζόταν. Ήθελε να κάνει το σ'τάρι νωρίτερα, για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Όχι, για να μην το ξεχάσει. Αλίμονο.

Τετάρτη μεσημέρι περίμενε στην στάση του λεωφορείου. Κρατούσε μαζί της το στάρι που βιαζόταν να διαβάσει στον Άι Νικόλα. Τα καρύδια τα είχε χτυπήσει στο γουδί ο Δημήτρης, ο γιος, τα στραγάλια ο Τάσος, ο εγγονός, δεν ήταν μόνο το ότι δεν είχε δυνάμεις η ίδια, ήταν κι ένας τρόπος για να βάλει κι εκείνους στην ατμόσφαιρα, για να δώσουν κάτι που εκείνοι -ίσως- θα τό 'θελαν...

....

Το λεωφορείο αργούσε. Άναψε τσιγάρο. " Έχω χρόνο", σκέφτηκε.

Η μέρα ήταν σκοτεινή. Γκρίζα ομίχλη, συννεφιά και υγρασία. Ήδη είχε βρέξει. Γρήγορα πλησίαζε η νύχτα. Το βουνό δίπλα, ίσα που φαίνονταν ότι υπήρχε.

Ένα σπουργίτι πετά χαμηλά, καταπάνω της!

Απίστευτο! Της θυμίζει τροχαίο...

Τελευταία στιγμή στρίβει. Ευτυχώς! Γυρίζει πίσω, να το δει, άφαντο!

Ένα δεύτερο, ευθεία πάνω της κι εκείνο, μα εκείνο στρίβει αριστερά της, νωρίτερα.

Δε γυρίζει πίσω, γιατί την προλαβαίνει ένα τρίτο που πετά μπροστά της, κάνει την μισή διαδρομή απ' τ' άλλα δύο, ίσα μάλλον που ήθελε να της τραβήξει την προσοχή και κρύβεται μες τα κλαδιά ενός δέντρου του Σχολείου. Ένα τέταρτο ακολουθεί, κι αυτό ακολουθεί την διαδρομή του τρίτου. Κρύβεται κι εκείνο στα κλαδιά του δέντρου.

Ταρακουνιέται. Δεν το πιστεύει. Περιμένει να δει κι άλλα πουλιά, όπως εκείνο το βράδυ! Δεν μπορεί να ήταν μόνο τέσσερα, ούτε να ήταν η ιδέα της.

Κι όμως, δεν πέταξαν άλλα πουλιά εκεί γύρω, όσο κι αν έψαχνε το βλέμμα της.

Προσπάθησε να μεταφράσει. Σα να ήταν δυο ζευγάρια. Το ένα έδειχνε, σα να είναι ήσυχο. Σα να έχει ηρεμήσει. Το άλλο; Το ένα πέταγε κατά πάνω της. Σχεδόν είδε τα μάτια του! Σχεδόν θα της έβγαζε τα μάτια, αν δεν έστριβε. Το άλλο έστριψε λίγο πιο πριν. Ακολουθούσε όμως, το πρώτο. Το πρώτο κάτι ήθελε να της πει. Τι όμως;

Το λεωφορείο έφτασε, το τσιγάρο ήδη είχε τελειώσει, ανέβηκε, κι έβγαλε απ' το μυαλό της το τυχαίο πέταγμα των πουλιών. "Αν ήθελαν κάτι να μου πουν, θα το πουν, έτσι κι αλλιώς", σκέφτηκε.

Οι δρόμοι ήταν ανοιχτοί, μόνο που κρύωνε πολύ. Και παπά βρήκε αμέσως και διάβασε και τους φώναξε όλους και τους τέσσερις γονείς. Κι εκείνοι παρεβρέθηκαν, απ' ότι αισθάνθηκε...

Αργότερα, ενώ μοίραζε διαβασμένο σταράκι στους πελάτες της, χτύπησε το τηλέφωνο. Την ζητούσαν.

"Ξέρεις, το μεσημέρι Έφυγε ο Γοργίας..." της έλεγε ο Νίκος ο ξάδελφός της.

Θυμήθηκε εκείνο το πουλί.... Συνέχιζε να πετά καταπάνω της και να τρακάρει στην καρδιά της.

....

Δυο χρόνια πριν...

(Αποσπάσματα αδούλευτα απ' το "Συγγνώμη, άντρα μου που κι εγώ αγάπησα τον πατέρα σου"

Δεν ξέρω αν θα χιονίσει, παππού, πάντως σήμερα είδα πολλούς γλάρους και στο Νοσοκομείο και στη γειτονιά μου. Ακόμα και στην αυλή του Ασύλου Ανηλίκων είδα και του 1ου Γυμνασίου-Λυκείου της Νέας Ιωνίας. Οι γλάροι περίμεναν στη γραμμή, πάνω στη σκεπή, πότε θα πέσει κάποιο πατατάκι ή γαριδάκι απ’ τα παιδιά. Τόσοι όμορφοι που είναι, είμαι σίγουρη πως τα παιδιά δεν θα τρώνε πια στο σχολείο! Σίγουρα θα ταΐζουν τους γλάρους! Σίγουρα, μόλις χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα, όλες οι λιχουδιές τους στο στόμα τους θα πέφτουν!

Τι δουλειά είχαν εκεί όμως οι γλάροι; Έχει τόσους σκουπιδότοπους ο Βόλος! Εκεί βρήκαν να πάνε; Ο Νίκος λέει ότι είναι γρουσουζιά. Ελπίζω μόνο μην πάθουν τίποτα τα παιδιά! Όχι άλλο κακό στα παιδιά! Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος παιδί ήταν και Έφυγε τόσο άδικα! Οι γλάροι όμως σε κτίρια και αυλές όπου συχνάζουν παιδιά, είναι κακό σημάδι.

Ξουτ γλάροι! Μακριά απ’ τα παιδιά. Όχι εσείς. Το κακό.

Το ψωμάκι θα το μοιράσω το πρωί στα πουλιά. Όσο και να πεινάω τώρα και τη νύχτα, δεν θα το φάω.

Το πρωί πέταξαν γύρω μας πολλά πουλιά, παππού. Μια ομάδα σπουργιτιών, μάλιστα, έδωσε ρεσιτάλ. Έκανε πέρα δώθε, όπως κάνουν τα εκπαιδευμένα περιστέρια. Όνειρο ήταν, σου λέω! Αύριο να σηκωθείς κι εσύ να τα δεις. Θα το ξανακάνουν. Για σένα! Κι ένα περιστέρι έκανε ένα πανέμορφο κυκλικό πέταγμα μπροστά μου, λες και ήθελε κάτι να μου πει. Έκανε έναν μεγάλο κύκλο, πετούσε αργά στην αρχή, φαινόταν ότι ερχόταν καταπάνω μου, μετά ζωγράφισε στον αέρα ένα αργό κυκλικό πέταγμα, μετά κάθισε στο κλαράκι του και με κοίταζε.

Τι σου είναι τα πουλιά, παππού! Και η φύση!

Πήρα και την κολόνια μου μαζί μου απόψε. Πρώτη φορά στη ζωή μου κουβαλάω στην τσάντα μου μπουκάλι κολόνιας. Είναι πολλές οι ώρες, παππού, και θα μυρίσω πάλι εκείνο το κακό άρωμα… Μπερδέψαμε τα αρώματά μας, παππού.

Τι να πρωτογράψω τώρα; Θα κρατήσω μόνο σημειώσεις. Σου έβαλαν αίμα έπειτα από κάποιους καβγάδες που έκανα.

Ο γιατρός, «ο φίλος μου», μου είπε να μείνω μέσα γιατί με χρειαζόταν! Μετράει η νύφη σου, παππού, τι νόμιζες! Κι ας κοντεύει τα πενήντα! Και η φυσικοθεραπεύτρια είπε το ίδιο. Να μείνω.

Η σφουγγαριστρού μού έδωσε συγχαρητήρια, όταν έμαθε ότι είμαι νύφη.

Ο κυρ Νίκος έψαχνε τα κλειδιά.

Η Μαρία δεν έστρωσε τα χαλιά. Έβρεχε καταρρακτωδώς, είπε. Έχει και δύο έμπλαστρα στην πλάτη.

Ποιος είναι καλά, παππού μου; Κι εγώ σέρνομαι. Θα τα στρώσει όμως, εκείνη την ώρα... Τα χαλιά! Θα τη βοηθήσουν και οι θείες.

Ναι. Μην μας περάσουνε και για ξεβράκωτους!

Και θα τα καμαρώνουμε όλοι μαζί μετά. Τα χαλιά μας…

-«Και τα χάλια μας…»

«Θα πεθάνω!», μου είπες το πρωί.

«Θα πεθάνεις; Τι χαζομάρες λες, παππού;».

Βράχος εγώ. Δεν με λύγισες σήμερα. Το πήρα αλλιώς και σε κορόιδευα.

«Έτσι πεθαίνουν οι άνθρωποι, παππού; Εσύ είσαι καλά, παίρνεις τα φάρμακά σου, σούζα είναι οι γιατροί, και το κυριότερο, μιλάς. Έχεις δει κανέναν που πεθαίνει να μιλάει;»

«Το καταλαβαίνω εγώ».

«Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Είσαι εξαντλημένος, γι’ αυτό».

Και που σου είπα προχθές καλό ταξίδι και να δώσεις χαιρετίσματα στη μάννα και στους άλλους γονείς, τι έγινε; Σπάσαμε τα βράχια μας και οι δyο. Γι’ αυτό, κόντρα στα νερά από το ποτάμι που πάνε να μας παρασύρουν. Τέλος. Όταν φύγεις, ας βρέξει όσο θέλει.

ΠΕΜΠΤΗ 15 Γενάρη, 00:36 Βγήκα έξω. Μια αποκλειστική νοσοκόμα προσέχει τον κυρ Νίκο απόψε, γιατί είναι πολύ ζωηρός. Της λέει ανέκδοτα και εκείνη μετά μου τα μεταφράζει. Εγώ δεν μπορώ να παρακολουθήσω τη βιαστική, μπερδεμένη κουβέντα του. Έχω να προσέχω τον παππού, άσε που με καθυστερεί και έχω τόσα να γράψω!

Είπε το ανέκδοτο με την ταβέρνα και τους πελάτες, που έφαγαν όλοι τζάμπα και φεύγοντας ένας ένας, έλεγαν: «Ο επόμενος!» και έδειχναν με το δάχτυλό τους τους άλλους που κάθονταν στο τραπέζι. Ο τελευταίος είπε το ίδιο και τότε ο μαγαζάτορας διαμαρτυρήθηκε γιατί δεν υπήρχε επόμενος. Όλοι οι άλλοι είχαν φύγει. Τότε ο τελευταίος είπε: «Κι αν σας έκανε έτσι… θα καθόσασταν;» δείχνοντας μια άλλη κίνηση με τα δάχτυλά του, πονηρή…

Πονηρούλη, κυρ Νίκο!

.....

00:59 Ο παππούς μου είναι καλύτερα απόψε, κι ας λένε ό,τι θέλουν οι γιατροί. Πιάσαμε κουβέντα, του είπα και το σόκιν ανέκδοτο. Γέλασε ο παππούς! Κι είναι τόσο όμορφος, παρόλη την ταλαιπωρία του. Μάκρυναν και τα άσπρα γένια του και είναι ομορφότερος κι απ’ τον ηθοποιό, τον αξέχαστο Μάνο Κατράκη, που από παιδί μου άρεσε.

Να μια νύφη που έφτασε να πει σόκιν ανέκδοτο στον πεθερό. Δεν ξανάγινε!

Μόνο έτσι θα τη βγάλουμε την ανηφόρα μας, παππού. Πώς αλλιώς;

«Βοηθάει όσο μπορεί» και η κόρη σου, και όπως λέει, «χρέος της νύφης είναι ο πεθερός!». Οι δυο μας θα το περάσουμε αυτό το λούκι. Δεν γίνεται αλλιώς. Το Λενιώ σου ήδη πήδησε στην απέναντι όχθη.

1:11 Ο κυρ Νίκος ούτε απόψε λέει να κλείσει μάτι. Πού να τον ρώταγα κι αν βρήκε τις παντόφλες και τα κλειδιά του!

«Σ’ όποιον τύχει», είπε ο γιατρός το πρωί. Πήγα μέσα στο γραφείο τους πριν φύγω. «Καλοί μου γιατροί, ξέρω ότι ο παππούς μας δεν είναι καλά, αλλά θέλω να σας ρωτήσω κάτι: Ποιο είναι το σημάδι απ’ το οποίο εγώ θα καταλάβω ότι Φεύγει, για να ειδοποιήσω εγκαίρως τα παιδιά του; Βλέπετε, εγώ είμαι νύφη και μένω πολλές ώρες μαζί του και ξέρετε… έχω ξαναδεί. Ο παππούς Έφυγε δύο φορές ως τώρα αλλά ξαναγύρισε, κι έχω χάσει τα σημάδια…»

«Ακούστε κυρία μου! Δεν είμαστε Θεοί. Ο παππούς ξεκίνησε… Δεν έχει επιστροφή με τα τόσα προβλήματα που έχει. Είναι θέμα χρόνου και αντοχής».

«Σας παρακαλώ, καλοί μου γιατροί, όταν εσείς καταλάβετε κάτι, θα μου το πείτε εγκαίρως να προλάβω να ειδοποιήσω τα παιδιά του;»

«Αυτό δεν το ξέρουμε, κυρία μου. Αναλόγως την εξέλιξη. Μπορεί και τώρα γυρίζοντας μέσα στον θάλαμο, να τον βρείτε ήδη πεθαμένο! Ένα ξαφνικό δεν μπορείς να το προβλέψεις».

«Κατάλαβα, καλοί μου γιατροί. Δηλαδή, είναι καθαρά θέμα τύχης σε ποιανού τα χέρια θα Φύγει… »

«Όπως ακριβώς το είπατε! Καθαρά θέμα τύχης!»

Ο γιατρός είπε και «τώρα;» Όταν έτρεξα μέσα να σε βρω, ευτυχώς ήσουν εκεί!

«Να τη βράσω τέτοια τύχη!» είπα, τους ευχαρίστησα και έφυγα απ’ το γραφείο τους. Κάτι σαν το Αϊβασιλιάτικο φλουρί, σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα.

Θεέ μου, κάνε να μην μου τύχει εμένα το φλουρί!

....

Έδειχνε χαρούμενος κι εκείνος απ’ το πάθος μου να του δώσω γεύσεις ζωής, κι ένα δάκρυ κύλησε απ’ το μάτι του.

Καλά. Άνοιξε τορό!

-«Τορός; Τι είναι αυτό πάλι;»

-«Τορό λένε στο χωριό μου τον δρόμο που ανοίγει κάποιος πάνω στο απάτητο χιόνι. Τα χνάρια του, δηλαδή. Όταν δεις πατημασιές πάνω στο χιόνι, σημαίνει πως κάποιος πέρασε από κει και άνοιξε τορό. Έτσι κι ο παππούς έχει ανοίξει τορό εδώ και μέρες κι από κει περνάνε συχνά πυκνά μόνα τους ή παρέες παρέες τα δάκρυά του».

-«Τι δεν έγραψα; Και τι έγραψα;»

-«Και γιατί υπάρχει λόγος να τα γράψεις;»

....

....

Απ’ τ’ άγραφα…

Καθόταν έξω στον διάδρομο επί ώρες. Εκείνη τη μέρα την έβγαζαν όλοι έξω, ακόμα και οι καθαρίστριες. Δεν είχε δυνάμεις πια να μαλώσει. Ένιωθε κουρασμένη και απογοητευμένη. Κατά τις εννιά ήρθαν οι κουριεράδες, να βγάλουν έξω τους συνοδούς, πριν έρθουν οι γιατροί. Αυτοί δεν την ήξεραν, μάλλον ήταν νέοι και ήταν ανένδοτοι μαζί της. «Έξω, κυρία μου! Δεν ακούτε;» της είπαν.

Άκουγε, πώς δεν άκουγε; Εκείνα που δεν υπάκουαν ήταν τα πόδια της. Η καρδιά της έτσι κι αλλιώς ήταν μέσα, δίπλα στον παππού, κι ας ήταν κλειστή η πόρτα. Έκανε να σηκωθεί, κρέμασε την τσάντα στον ώμο, πήρε τη σακούλα με τα ψωμιά που είχε για τα πουλιά και κοντοστάθηκε για μια στιγμή έξω απ’ την κλειστή πόρτα του θαλάμου. «Φεύγω, παππού, δεν μ’ αφήνουν…» σκέφτηκε με παράπονο κι εκείνη τη στιγμή είδε την πόρτα ν’ ανοίγει! Τότε είδε τον νεαρό γιατρό, «τον φίλο» της, να της χαμογελάει ευγενικά.

«Μπορείτε σας παρακαλώ να ’ρθείτε να με βοηθήσετε, λίγο;» τον άκουσε να λέει.

Πώς δεν μπορούσε; Μπορούσε! Για πότε βρέθηκε δίπλα στον παππού, δεν λέγεται!

Αχ, πονηρά πόδια! Όπου θέλετε, τρέχετε…

Ενώ το χαμόγελο της χαράς δεν είχε σβηστεί ακόμα απ’ τα χείλη της, βλέπει τον παππού γυμνό, με πονεμένο και λυπημένο βλέμμα να την κοιτάζει ικετευτικά βαθιά στα μάτια. Της έλεγε τόσα πολλά η ματιά του, που λύγισαν πάλι τα πόδια της. Τη συνέφερε όμως ο γιατρός:

«Μπορείτε σας παρακαλώ να μου κρατήσετε σταθερά ψηλά το πόδι του, να πάρω αίμα απ’ το μηριαίο;»

Μπορούσε; Όχι, βέβαια! Είμαι σίγουρος πως μισεί ακόμα αυτά τα χέρια που τον βοήθησαν και τον πόνεσαν τόσο! Έλεγε: «Κουράγιο μπαμπά» και πόναγε η ψυχή της να βλέπει τα δάκρυά του να τρέχουν ανεμπόδιστα πια και στα δυο του μάγουλα. Έβλεπε τη βελόνα και την ικανοποίηση του γιατρού που είχε γεμίσει το φιαλίδιο με αίμα για νέες εξετάσεις και ήθελε να φύγει, να πετάξει όσο πιο μακριά γίνεται, σαν τα αποδημητικά πουλιά.

Μόλις έφυγε ο γιατρός, του τακτοποίησε την πάνα, τον σκέπασε, του σκούπισε τα δάκρυα, τον φίλησε και του είπε: «Δεν μ’ αφήνουν μέσα σήμερα, παππού, με τίποτα! Θα πάω να ταΐσω τα πουλιά και μετά θα φύγω. Το μεσημέρι θα έρθει η Μαρία, κι εγώ βραδάκι πάλι. Εντάξει; Κάνε λίγη υπομονή…» και έφυγε.

Εκείνος δεν της μίλησε. Την κοίταζε θλιμμένα στα μάτια. Έφευγε και τα μάτια της κοίταζαν πίσω, τα μάτια του. Ο τορός στα μάγουλά του άρχισε πάλι να υγραίνεται και παρόλο που δεν τ’ άντεχε, κοίταζε. Τα πόδια της έφευγαν μπροστά και το κεφάλι κοίταζε πίσω. Όταν είδε πως είχε ήδη απομακρυνθεί και τώρα την κοίταζαν τα άγρια μάτια του κουριερά, δεν είπε τίποτα και βγήκε από μόνη της, έξω απ’ την είσοδο όλης της Κλινικής. Δεν την ένοιαζε πια ακόμα κι αν της έλεγαν «μείνε!» Εκείνη ήθελε να φύγει. Ήταν ήδη φευγάτη απ’ τη στιγμή που είδε πως συμμετείχε στον μεγάλο σωματικό πόνο του παππού.

Διέσχισε το παλιό Νοσοκομείο που θύμιζε ερείπιο. Εκεί, αν και υπήρχε σκεπή, εκείνη ήταν ήδη βρεγμένη… Βγήκε στην παλιά είσοδο του Νοσοκομείου. Εκεί υπήρχαν πολλά πουλιά. Έριξε τα ψίχουλά της, κάθισε στο παγκάκι για ώρες, ούτε σπίτι ήθελε να πάει, μα της έκανε εντύπωση που όλα τα πουλιά πέταγαν γύρω της, δίπλα της και κανένα δεν έτρωγε. Σαν να σιωπούσαν, σαν να της έλεγαν κάτι. Μέχρι που είδε κι ένα μαύρο πουλάκι πεθαμένο κάτω στο χώμα και βεβαιώθηκε πως τα σημάδια δεν είναι καθόλου καλά.

Φυσικά φωτογράφιζε, μόνο και μόνο από συνήθεια. Ίσως και για να κρατήσει τις στιγμές. Ποιος ξέρει; Πάντως ένα είναι σίγουρο: Δεν έγραψε λέξη!

Άργησε πολύ να φτάσει σπίτι. Εκεί έγραψε στο blog, έκανε ένα μπάνιο και κοιμήθηκε. Σήμερα έπρεπε να κοιμηθεί, όχι μόνο για να ξεκουράσει το κορμί, αλλά για να πάψει να σκέφτεται.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Οι παντόφλες του κυρίου Νίκου

7: 17 Ο πυρετός πήγε πάλι στο 37, 5 όπως δούλευε όλη νύχτα. Τώρα, με τον ειδικό ορό, σίγουρα θα κατέβει. Τον άλλον τον διατήρησα με τις παγωμένες κομπρέσες.

-«Ο παππούς κοιμάται. Δεν σε κατάλαβε και που τον γαργάλισες, οπότε κάτσε μακριά και γράφε. Δεν έχει νόημα να μπεις στη διαδικασία πάλι της ανάσας. Όσο σε παίρνει, μακριά, κυρία Αύρα, γιατί διαφορετικά, θα βλέπεις ανάσα και θα στρίβεις, στροφές δρόμων και θα στρίβεις, ανηφόρες και θα στρίβεις, απ’ όλα θα στρίβεις. Από χείλια, μάτια, χέρια, ρυτιδιασμένα πρόσωπα και κορμιά, κόκαλα ακόμα και της κότας, πουλιά απ’ όλα τα είδη και επί ουρανού και επί γης, βροχή, καθρέφτες, ήλιους, παντόφλες, καρδιές, κρεβάτια, τσιγάρα, τετράδια, γιατρούς, πόρτες και παράθυρα, παπάδες και μανάδες, όνειρα και σοκολάτες, απ’ όλα θα στρίβεις, Αύρα μου. Κι άμα σου τύχει και στρίψεις απ’ όλα αυτά, είσαι για να κοιτάς ταβάνια, Αύρα μου... Θα ψάχνεις τις παντόφλες σου, μαζί με τον κυρ – Νίκο».

-«Άμα βγω στα μαγαζιά και βρω ένα ζευγάρι κόκκινες παντόφλες σε σχήμα καρδιάς, θα τις πάρω!. Οπωσδήποτε. Θα αγοράσω κι ένα ζευγάρι δώρο για τον κυρ – Νίκο. Εκείνος, άλλωστε, τις έψαχνε όλη νύχτα. Του αξίζουν».

Κρίμα που δεν μιλήσαμε όλη νύχτα, κύριε Νίκο μου. Θα μάθαινα τόσα από σένα! Θα ξυπνάγαμε όμως τον παππού και δεν έπρεπε.

Έλα να γνωριστούμε τώρα, κύριε Νίκο μου. Έτσι κι αλλιώς, δεν μας νοιάζει ο κόσμος τι θα πει. «Ας τον κόσμο, δεν με μέλλει. Άσε τον παλιόκοσμο να λέει, ό,τι θέλει. Το φιλί σου δεν πρέπει να ήταν μέλι», κυρ – Νίκο μου, στα νιάτα σου, αλλιώς, όλο και καμία γυναίκα θα σου είχε ξεμείνει τώρα για τα δύσκολα. Εμείς με τον παππού θα φύγουμε. Τώρα, κατά που θα πάμε, θα δείξει… Εσένα όμως, ποιος θα σε προσέχει;

Η Μαρία σήμερα θα στρώσει τα χαλιά. Να ζεσταθεί λίγο το σπίτι. Με τέτοιον πάγο που θα βάλουμε μέσα, Μαρία μου, μην περιμένεις ζεστασιά. Θα πλημμυρίσει κι εκεί και ας είναι καλά τα υδραυλικά. Τον αγαπάει όλος ο κόσμος τον παππού. Θα κλάψουν και οι πέτρες.

Που πήγαν οι πέτρες, κυρ – Νίκο; Για ψάξε και γι’ αυτές.

7: 52 Χιλιάδες ήταν τα πουλιά, τα σπουργίτια που πέταξαν σήμερα, παππού μου. Έβγαιναν και από άλλα δέντρα που εγώ δεν είχα ορατότητα. Σε σένα αφιέρωσαν την πτήση τους. Μερικά αγουροξυπνημένα βγαίνουν τώρα καθυστερημένα, ανά ομαδούλες. Τα πολλά πέρασαν νωρίτερα.

Ήρθε ο ανιψιός και του είπα για τις παντόφλες του κυρ – Νίκου. Ίσως ο αδελφός του ξέρει. Αυτός δεν τις είδε. Ούτε κι εγώ.

Ξέρεις κάτι, κύριε; Έχω χάσει κι εγώ την καρδιά μου. Καμία πέτρα, μήπως, πήρε το μάτι σου;

8: 12 Βρε, τι έπαθα με τις παντόφλες! Θα το γράψει στην εφημερίδα ο κυρ – Νίκος. Δεν πάει άλλο.

Μόνο στο ταβάνι μην το γράψεις, κυρ – Νίκο μου, να μείνει χώρος και για μένα. Κοντεύω να το γεμίσω και αυτό το τετράδιο.

Α, ρε παππού, δεν σ’ άφηνα εκεί στη γωνίτσα σου, να έφευγες γλυκά – γλυκά, σαν τη μάννα! Πειραματόζωο έγινες. Έρχονται όλοι οι γιατροί κατευθείαν σε σένα. Παίρνουν αίμα, μετράνε, κάνουν, φτιάχνουν. Εγώ έξω. Αυτοί κάνουν πρακτική. Εγώ, όμως, έσωσα τον κυρ – Νίκο, που ενώ δεν περπατάει, πήγαινε να πέσει απ’ το κρεβάτι. Τρόμαξα και τον γιατρό.

«Θα πέσει ο άνθρωπος μόλις πατήσει και δεν περπατάει. Ξάπλωσε κάτω, κυρ – Νίκο».

«Μα, που πήγαν οι παντόφλες;»

«Θα σου φέρει ο…»

Να, κι ο ανιψιός! Χίλια χρόνια θα ζήσει!

8: 17 «Ψάχνει τις παντόφλες του», του είπα.

«Μα δεν έχουμε παντόφλες. Δεν σου είπα; Τις έχουμε στη Σκόπελο. Τις ξεχάσαμε».

«Γιατί;»

«Αφού ήσουνα άρρωστος, τις παντόφλες θα κοιτάζαμε;»

«Και πως θα έρθουν; Με δελφίνι;»

Με ελικόπτερο θα έρθουν, κυρ – Νίκο μου! Με ελικόπτερο!

Ωχ! Σήμερα με βγάλανε τελείως έξω απ’ τον θάλαμο. Αρχίσαμε. Η ξανθιά πάλι. Ποιος άλλος; Ελπίζω σήμερα να μην τον σκεπάσει, όπως η γάτα τα κακά της, χωρίς να τον καθαρίσει πάλι.

Πήρα και το τετράδιο μαζί. Συνήθως μόλις αρχίζει η κίνηση το κρύβω στην τσάντα και ξαναγράφω το βράδυ. Μη με περάσουν και για χαζή!

-«Όχι, ότι δεν είσαι, Αύρα!»

«Ε, θα πάω στα μαγαζιά να πάρω ένα ζευγάρι παντόφλες! Εκεί θα κολλήσουμε;» είπε ο ανιψιός νευριασμένος.

Α, ανιψιέ, γρήγορα νευριάζεις. Τι να πω εγώ όλη νύχτα; Εκεί να δεις κόλλημα!

«Τώρα που χάθ’ κε το κλειδί, πως θα μπω μεσ’ το σπίτ;»

«Ποιο κλειδί έχασες; Κι άμα χάθ’ κε το κλειδί, φοβάσαι να μην δε μπορέσουμε να μπούμε στο σπίτι;»

Αχ, ανιψιέ, από πότε είχες να δεις τον παππού; Μήπως ο άνθρωπος έχει Αλτσχάιμερ; Δεν μπορεί έτσι ξαφνικά να τα ‘χασε όλα. Ξέρεις, φίλε, έχασα κι εγώ την καρδιά μου...

Κυρ – Νίκο μου, μια παράκληση: Όταν μπω μέσα, μην αρχίσουμε να ψάχνουμε τώρα και τα κλειδιά, γιατί εγώ έχω χάσει περισσότερα. Όχι τίποτα άλλο, γιατί θα μπερδέψουμε τους γιατρούς. Εσύ θα σηκωθείς όρθιος και εγώ θα ξαπλώσω στο κρεβάτι σου.

Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα μιλήσεις για κλειδιά; Προτιμώ τις παντόφλες. Όχι τίποτα άλλο, έχω έτοιμη και την απάντηση. Δεν θα μου απορροφάς σκέψεις και είναι και τόσες πολλές! Δεν είδες; Ροδάνι πάει ο στυλός!

-«Αύρα, εξήγησε στο πλήθος… τι θα πει ροδάνι».

-«Την εξηγήσαμε Αύρα μου, κι άλλη φορά. Και τότε πάλι έλεγες πολλά».

Στοπ, γράφω στον διάδρομο κι άρχισε να πηγαινοέρχεται κόσμος. Μαγείρισσες, γιατροί, νοσοκόμες, καθαρίστριες.

Κυρίες και Κύριοι, σας παρακαλώ! Μη με βγάλετε πάλι έξω σήμερα. Απ’ τα ρούχα μου, εννοώ, γιατί έξω απ’ τον θάλαμο μπορεί να με βγάλατε, έξω απ’ τον διάδρομο όμως, δεν πρόκειται να βγω. Μόνο με αλυσίδες.

Το φτερωτό μυρμήγκι

Απόσπασμα απ' το φτερωτό μυρμηγκάκι, εδώ.

(Ανήκει στα κομμένα της ύλης, στον Χασάπη...)

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Της Κυριακής

Όχι, δεν σε ξέχασα...
Σε έχω κοιμήσει σε μια γωνιά του μυαλού μου, γιατί η σκέψη σου με φθείρει.

Βραδάκι πήγα εκεί, για εκείνη την πέτρα και τις σκανδαλιές της...
Θέλοντας και μη, σε θυμήθηκα.

Ξέμπλεξα γρήγορα, γιατί κάποιο Αόρατο χέρι άνοιγε τις πόρτες, δίνοντάς μου προτεραιότητα.

Μπορούσα να φύγω γρήγορα από κει, μα τα πόδια πήγαιναν αντίθετα...

Με βρήκα να κοιτάζω πάλι, πως κουρνιάζουν τα πουλιά.

Κάποια είχαν ήδη πέσει στα κρεβάτια τους.




Τράβηξα προς την θάλασσα.

Ένα νεόνυμφο ζευγάρι περίμενε τον φωτογράφο.

Είχα φτάσει πρώτη εγώ και τους φωτογράφησα.
Τους ευχήθηκα "βίον ανθόσπαρτον" και "Πολλούς απογόνους".
Μετά, πήγα πιο κοντά στη θάλασσα.
Ήταν αργά για να κάνω μπάνιο, κι ας φορούσα το μαγιό.
Άλλωστε εκείνο το σημείο ήταν γεμάτο βράχια.



Υγ. Να θυμάμαι, μια και δεν έρχομαι συχνά.
Νομίζω, πριν δυο Πέμπτες.
Δε μου λέει τίποτα το αποτέλεσμα.
Σα να μην υπάρχει αποτέλεσμα.
Κάπως έτσι.