"ΣΥΓΓΝΩΜΗ, άντρα μου που κι εγώ αγάπησα τον πατέρα σου"
(ΑΝΕΚΔΟΤΟ)

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Απόσπασμα (Τα περσινά μαύρα χιόνια)

«Ήσουνα τόσο χαρούμενη χθες, που από μέσα μου σκεφτόμουνα, να δεις που κάτι θα γίνει και θα μας την χαλάσουνε…» μου έλεγε ο άντρας μου, ο γιόκας σου παππού μου, την ώρα που με έφερνε απόψε στο Νοσοκομείο. Είναι κι εκείνος προληπτικός.

-«Τώρα θα μου πεις, άμα δεν ταιριάζατε δεν θα συμπεθεριάζετε. Σε πρόλαβα, Πέτρα!»

-«Ναι. Ταιριάξαμε σε κάποια πράγματα».

Και που λες, φάνηκε χθες η χαρά μου με το δώρο του να με πάει στα χιόνια. Ποια χιόνια; Νύχτα βρήκαμε, ομίχλες βρήκαμε, μαύρα σκοτάδια βρήκαμε. Δύο στάσεις πεντάλεπτες κάναμε και εμένα μου βγήκε η γλώσσα να προλάβω, να τρέξω και κανένα μέτρο παραπέρα, μπας και φωτογραφήσω -τάχα- διάφορα σημεία και όχι τα ίδια και τα ίδια. Κι όλα αυτά, για να τις ανεβάσω στο blog, να δει ο κόσμος τα χιόνια μας και τα Χάνια μας. Κυρίως! Γιατί χιόνια έχουν κι αλλού. Χάνια δεν έχουν.

-«Χάλια… δεν ξέρω!»

Κι αφού ξύλιασαν και τα χέρια δεν τα όριζα απ’ την παγωνιά, βλέπεις δεν φόρεσα τα γάντια, (πώς να χειριστείς την φωτογραφική μηχανή με γάντια;) πριν πάρουμε το δρόμο του γυρισμού, είπα να πιάσω λίγο χιόνι και να κάνω μια χιονόμπαλα, να την ρίξω πάνω στο αυτοκίνητο, να φαίνεται ρε παιδί μου, ότι είδαμε κι εμείς χιόνια, και ότι το αυτοκίνητο γύρισε από τα χιόνια. Τι παραπάνω έχουν οι άλλοι δηλαδή που έχουν χιόνι στα μέρη τους, στο σπίτι τους, στην αυλή τους ή είχαν την άνεση να πάνε εκδρομή στα χιόνια και εμείς δεν είχαμε;

Ας νιώσουμε βρε αδερφέ, είπα μέσα μου, κάτι παραπάνω από αυτούς που θα δούνε τις φωτογραφίες, γιατί περίπου ίδια θα νιώσουμε. Εκείνοι θα το απολαύσουν κιόλας, ενώ εγώ ξύλιασα, αγχώθηκα, έτρεξα έκανα μιάμιση ώρα ταξίδι για να τα δω αυτά τα χιόνια.

Κάπου εκεί χαιρετώντας τα Χάνια και τα χιόνια, φυσικά, κοίταξα τον δρόμο που πάει για το χωριό μου και μελαγχόλησα. Σκέφτηκα από μέσα μου:

«Α, ρε χωριό μου! Δεν είναι καλά ο παππούς αλλιώς θα ερχόμουνα!»

Πήγαν να με πάρουν τα δάκρυα, αλλά ο γιος σου δεν κατάλαβε τίποτα.

«Έλαμπα από χαρά», λέει.

Έλαμπα άντρα μου. Έλαμπα! Σκέψου όμως, να ήταν πιο νωρίς, να είχε ήλιο, να πηγαίναμε και στο χωριό, να είχαμε περισσότερο χρόνο, να ήταν καλά κι ο παππούς κι εκεί να δεις λάμψη! Ήλιος θα γινόμουνα, άντρα μου! Θα σ’ έκαιγα. Κι ας ήταν και νύχτα.

Χτύπησα τα παπούτσια καλά πριν μπω στο αυτοκίνητο, γιατί ο γιος σου έχει κι ένα κόλλημα μ’ αυτό, (εκτός από την έκτη αίσθηση), κι επειδή εγώ πάντα κοιτάζω τη θέα ψηλά και γύρω και ποτέ τι πατούν τα παπούτσια μου, μπήκα μέσα, τον φίλησα, τον ευχαρίστησα και φόρεσα τα γαντάκια μου τα κόκκινα.

Ναι, αυτά τα πλεχτά, τα παιδικά της Χαράς. Αυτά βρήκα μπροστά μου, αυτά πήρα. Άκου μαύρα γάντια στο χιόνι! Που ακούστηκε; Τα είχα δει κι αυτά αλλά δεν τα ήθελα.

Ο γιος σου άρχισε να οδηγεί και τότε είδα ότι η μία και μοναδική χιονόμπαλα που είχα κάνει, απαλή, (μη σκεφτείς πέτρα), είχε σκορπιστεί σε όλο το παρμπρίζ του αυτοκινήτου, (απόρησα που δεν με μάλωσε ή δεν έβαλε υαλοκαθαριστήρες) και φαινόταν σαν βροχή. Σαν νερό…. Και σα δάκρυα ….(άμα το γυρίσουμε στο βαρύ).

Τώρα, όσο κι αν σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ, δεν έχω συγκρατήσει σκηνή που να δουλεύουν οι υαλοκαθαριστήρες. Μάλλον στέγνωσαν γρήγορα.

-«Τι να πω; Θα σε γελάσω».

Η ώρα περνούσε, ο ουρανός κατεβαίνοντας παρακάτω από την ομίχλη είχε πανέμορφα σύννεφα σε χρώματα σιέλ γκρι και αποχρώσεις του μπλε. Ήθελα πολύ να τα φωτογραφίσω κι αυτά. Χρόνος όμως δεν υπήρχε και στην μηχανή δεν έχω έξτρα φλας, οπότε ήξερα από άλλες φορές πως αυτές οι φωτογραφίες ήταν άχρηστες. Κι έπειτα, εσύ με περίμενες. Έπρεπε να είμαι εκεί τουλάχιστον στις 6:30 να προλάβω να σε ταΐσω εγώ και όχι τα κορίτσια. Τότε γιατί ερχόμουνα; Για να πω ότι ήρθα ή για να βγάλω την υποχρέωση; Δεν ξαναείπα λοιπόν πουθενά «σταμάτα» στον γιο σου. Το είπα μόνο μια φορά όμως, παρακάτω, φτάνοντας στο Βόλο, όταν είδα ένα ωραίο Χριστουγεννιάτικο αστέρι πάνω σε ένα μεγάλο πλάτανο.

«Εδώ άντρα μου θέλω να σταματήσεις. Μ’ αρέσει πολύ αυτό το αστέρι!»

Για πότε φρέναρε πάνω στη στροφή, για πότε βρεθήκαμε στην άκρη παρκαρισμένοι, ούτε που κατάλαβα. Κι αυτός ο πλάτανος, πάνω στη στροφή ακριβώς. Κι αυτή η στροφή, εκεί στον πλάτανο δίπλα. Λες και δεν έχει παραπέρα δρόμο. Νομίζω σ’ εκείνη τη στροφή βρίσκω και φυτεία από αγριοκυκλάμινα. Απ’ ότι θυμάμαι από κει είχα ξεριζώσει κάποτε ένα. Αχ! αυτό το κυκλάμινο του βουνού! Μου έχει πάρει τα μυαλά. (http://kyklaminovounou.blogspot.com)

-«Αύρα, γερά. Μη μιλάς για ξεριζώματα. Θα πας αλλού πάλι και δεν πρέπει».

Σιγά που θα πήγαινα αλλού. Την ανηφόρα πήρα για να πάω κοντά στον πλάτανο και στο αστέρι. Ήμουνα τόσο κοντά σ’ ένα χρυσό αστέρι με μακριά ουρά, σιγά μη δεν πήγαινα.

Ποιος είδε αστέρι να κατεβαίνει στα πλατάνια, να το φτάνει να το πιάσει με τα χέρια και να μην το κάνει;

-«Εσύ το ‘κανες; Άμα ήθελες, όμως, μπορούσες! Στοπ, τζιζ. Μπορεί να πάθεις και ηλεκτροπληξία. Ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει ένα ψεύτικο αστέρι!»

-«Ποιος είδε γλάρο στο βουνό» που λέει και το τραγούδι, κι όμως διαψεύστηκε. Εγώ είδα και στα βουνά και στην Ιάσωνος. Δεν θα αφαιθώ όμως στους γλάρους, αυτοί ξέρουν πως τους αγαπώ γιατί τους ταΐζω κάθε μέρα. Κοντεύουμε να γίνουμε οι μασκώτ της παραλίας και της Ιάσωνος, αλλά δεν το μαρτυράμε, παραπέρα. Άσε κάποια πράγματα να τα ξέρουν μόνο αυτοί που μας βλέπουν. Μην τα λέμε και όλα!»

Να απλώναμε λέει τα χέρια μας τις νύχτες, όχι μόνο εγώ, και να πιάναμε ένα αστέρι από τον ουρανό! Τι καλά που θα ήτανε! Να το χαϊδεύαμε και μετά να το καβαλάγαμε σαν τη σκούπα της μάγισσας που πετάει και να μας πήγαινε εκεί ψηλά, να μας ταξίδευε, να βλέπαμε από ψηλά την γη την νύχτα!

Τι ωραία που θα ‘τανε! Τι καλά που θα ‘τανε!